Οι σαρώσεις του εγκεφάλου, όπως η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI) και η ηλεκτροεγκεφαλογραφία (EEG), επιτρέπουν στους ερευνητές να παρακολουθούν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου σε πραγματικό χρόνο. Μελετώντας την εγκεφαλική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια γλωσσικών εργασιών, οι ερευνητές μπορούν να εντοπίσουν τις περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για την παραγωγή και κατανόηση της γλώσσας. Σε παιδιά με ΔΑΦ, οι ανωμαλίες σε αυτές τις περιοχές μπορεί να συσχετίζονται με τις γλωσσικές δυσκολίες τους.
Μια σημαντική ανακάλυψη είναι ότι οι αλλαγές στη δραστηριότητα συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου, όπως ο μετωπιαίος φλοιός και οι κροταφικοί λοβοί, μπορούν να προβλέψουν τις γλωσσικές ικανότητες ενός παιδιού. Ειδικότερα, ερευνητές παρατήρησαν ότι παιδιά με ΔΑΦ που παρουσίασαν υψηλότερη δραστηριότητα σε αυτές τις περιοχές κατά τη διάρκεια γλωσσικών ασκήσεων είχαν καλύτερες γλωσσικές επιδόσεις σε σύγκριση με εκείνα που παρουσίασαν χαμηλότερη δραστηριότητα. Επιπλέον, οι σαρώσεις του εγκεφάλου μπορούν να βοηθήσουν στην κατηγοριοποίηση των διαταραχών του αυτιστικού φάσματος.

Η εκτίμηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας μπορεί να αποκαλύψει υποτύπους ΔΑΦ, οι οποίοι μπορεί να έχουν διαφορετικά προφίλ γλωσσικών ικανοτήτων. Αυτή η γνώση μπορεί να οδηγήσει σε πιο εξατομικευμένες προσεγγίσεις παρέμβασης, προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε παιδιού. Η έρευνα αυτή είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο, αλλά οι δυνατότητες της είναι ελπιδοφόρες. Εάν οι σαρώσεις του εγκεφάλου μπορούν να παρέχουν αξιόπιστες προβλέψεις για τις γλωσσικές ικανότητες σε παιδιά με ΔΑΦ, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε νωρίτερα διαγνωστικά εργαλεία και πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, βελτιώνοντας έτσι τις γλωσσικές και επικοινωνιακές ικανότητες των παιδιών αυτών.